Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.

Μεταφόρτωση
InfoΤηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.

EU-OSHA thesaurus

Back to list of terms

70252I

Info -

βιώσιμη εργασία

Definition:

εργασία που επιτρέπει στους ανθρώπους να συμμετέχουν και να παραμένουν σε θέση εργασίας η οποία δεν βλάπτει τη σωματική ή ψυχική τους υγεία και θα διαρκέσει για μεγάλο χρονικό διάστημα της επαγγελματικής τους ζωής

Context: Info
Context:

Η εκστρατεία προάγει τη βιώσιμη εργασία και την υγιή γήρανση από την αρχή της επαγγελματικής ζωής, ενώ παράλληλα ενισχύει την ευαισθητοποίηση για την καλή διαχείριση της επαγγελματικής ασφάλειας και υγείας (ΕΑΥ) και τη σημασία της πρόληψης των κινδύνων καθ’ όλη τη διάρκεια της επαγγελματικής ζωής, καθώς και για την προσαρμογή της εργασίας στις ανάγκες κάθε ατόμου χωριστά.

Term reference

Βραβεία Καλής Πρακτικής για «Ασφαλείς και Υγιείς Χώρους Εργασίας» 2016-2017, Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία> Εργαλεία & Δημοσιεύσεις > Εκδόσεις > Βραβεία Καλής Πρακτικής για «Ασφαλείς και Υγιείς Χώρους Εργασίας» 2016-2017, URL: https://osha.europa.eu/el/tools-and-publications/publications/healthy-workplaces-good-practice-awards-2016-2017-booklet/view [6.11.2018]

Translations

  • Български: устойчива работа
  • Čeština: udržitelná práce
  • Dansk: bæredygtigt arbejde
  • Deutsch: nachhaltige Arbeit
  • Ελληνικά: βιώσιμη εργασία
  • English: sustainable work
  • Español: trabajo sostenible
  • Eesti: jätkusuutlik töötamine
  • Suomi: kestävä työ
  • Français: travail durable
  • Hrvatski: održivi rad
  • Magyar: fenntartható munka
  • Íslenska: sjálfbær vinna
  • Italiano: lavoro sostenibile
  • Lietuvių: tvarus darbas
  • Latviešu: ilgtspējīgs darbs
  • Malti: xogħol sostenibbli
  • Nederlands: duurzaam werk
  • Norsk: bærekraftig arbeid
  • Polski: zrównoważona praca
  • Português: trabalho sustentável
  • Română: muncă durabilă
  • Slovenčina: udržateľná práca
  • Slovenščina: trajnostno delo
  • Svenska: hållbart arbete