Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.

Μεταφόρτωση
InfoΤηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.

EU-OSHA thesaurus

Back to list of terms

70187I

Info -

παρακολούθηση

Definition:

συστηματική μέτρηση μεταβλητών και διαδικασιών στο χρόνο, για την εξασφάλιση της τήρησης ορισμένων προτύπων ή προϋποθέσεων ή για την εξέταση πιθανών αλλαγών σε σχέση με ορισμένες αφετηρίες αναφοράς.

Context: Info
Context:

Η αποτελεσματική παρακολούθηση και γενική εποπτεία απαιτεί την έγκαιρη ανάπτυξη και διάθεση κατάλληλης μεθοδολογίας πριν από την έναρξη των προγραμμάτων παρακολούθησης. Η παρακολούθηση δεν πρέπει να θεωρείται ως έρευνα για την έρευνα αλλά ως μέσο για την αξιολόγηση και τον έλεγχο αποτελεσμάτων και υποθέσεων που προκύπτουν από προηγούμενη έρευνα και αξιολόγηση πιθανών κινδύνων.

Term reference

"ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 3ης Οκτωβρίου 2002 για τον καθορισμό κατευθυντήριων γραμμών που θα συμπληρώσουν το παράρτημα VΙΙ της οδηγίας 2001/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη σκόπιμη ελευθέρωση γενετικώς τροποποιημένων οργανισμών στο περιβάλλον και την κατάργηση της οδηγίας 90/220/ΕΟΚ του Συμβουλίου, https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EL/TXT/PDF/?uri=CELEX:32002D0811&from=eL [07.10.2018]"

Translations

  • Български: наблюдение
  • Čeština: monitorování
  • Dansk: overvågning
  • Deutsch: Überwachung
  • Ελληνικά: παρακολούθηση
  • English: monitoring
  • Español: control
  • Eesti: seire
  • Suomi: valvonta
  • Français: surveillance
  • Hrvatski: nacionalno zakonodavstvo o sigurnosti i zdravlju na radu
  • Magyar: monitorozás
  • Íslenska: eftirlit
  • Italiano: monitoraggio
  • Lietuvių: stebėsena
  • Latviešu: uzraudzība
  • Malti: monitoraġġ
  • Nederlands: monitoring
  • Norsk: overvåking
  • Polski: monitorowanie
  • Português: monitorização
  • Română: monitorizare
  • Slovenčina: monitorovanie
  • Slovenščina: spremljanje
  • Svenska: övervakning