Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.

Μεταφόρτωση
InfoΤηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.

EU-OSHA thesaurus

Back to list of terms

62175F

Info -

λεχώνα εργαζόμενη

Definition:

εργαζόμενη γυναίκα που έχει γεννήσει όχι περισσότερο από 14 εβδομάδες πριν από μια κρίσιμη ημερομηνία με απουσία λόγω ασθενείας μετά τον τοκετό με βάση κυρίως τον ρυθμό της ανάρρωσης της μητέρας, συμπεριλαμβανομένης της έκτασης των επιπλοκών κατά τον τοκετό και την ανάκαμψη

Context: Info
Context:

λεχώνα εργαζομένη, καθε εργαζόμενη γυναίκα που διανύει το στάδιο της λοχείας κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας ή/και πρακτικής και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάστασή της, σύμφωνα με την ανωτέρω νομοθεσία ή/και πρακτική

Term reference

Οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 1992 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) CELEX:31992L0085/EL

Translations

  • Български: работничка родилка
  • Čeština: zaměstnankyně krátce po porodu
  • Dansk: arbejdstager i efterfødselsperioden
  • Deutsch: Arbeitnehmerin nach der Entbindung
  • Ελληνικά: λεχώνα εργαζόμενη
  • English: post-partum worker
  • Español: trabajadora en permiso de maternidad
  • Eesti: äsjasünnitanud töötaja
  • Suomi: äskettäin synnyttänyt työntekijä
  • Français: travailleuse accouchée
  • Hrvatski: nesiguran posao
  • Magyar: szülés után visszatérő munkavállaló
  • Íslenska: starfskona eftir barnsburð
  • Italiano: lavoratrice puerpera
  • Lietuvių: neseniai pagimdžiusi darbuotoja
  • Latviešu: darbiniece pēcdzemdību periodā
  • Malti: xogħol prekarju
  • Nederlands: werkneemster na de bevalling
  • Norsk: nybakte mødre i arbeid
  • Polski: pracownica po porodzie
  • Português: trabalhadora puérpera
  • Română: salariată lăuză
  • Slovenčina: pracovníčka krátko po pôrode
  • Slovenščina: delavka, ki je pred kratkim rodila
  • Svenska: arbetstagare som nyligen har fött barn