Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.

Μεταφόρτωση
InfoΤηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.

EU-OSHA thesaurus

Back to list of terms

62148E

Info -

φυτοπροστατευτικό προϊόν

Definition:

φυτοφάρμακο που προστατεύει τις καλλιέργειες, επιθυμητά ή χρήσιμα φυτά που χρησιμοποιούνται στη γεωργία, στη δασοκομία, στην κηπευτική, σε χώρους αναψυχής και σε οικιακούς κήπους, το οποίο περιέχει τουλάχιστον μία δραστική ουσία

Context: Info
Context:

Η φυτική παραγωγή έχει πολύ σημαντική θέση στην Κοινότητα. Μία από τις σημαντικότερες μεθόδους προστασίας των φυτών και των φυτικών προϊόντων από επιβλαβείς οργανισμούς, μεταξύ άλλων και τα ζιζάνια, και βελτίωσης της γεωργικής παραγωγής είναι η χρήση φυτοπροστατευτικών προϊόντων.

Term reference

"ΚΑΝΟΝΙΣΜΌΣ (ΕΚ) αριθ. 1107/2009 ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 21ης Οκτωβρίου 2009 σχετικά με τη διάθεση φυτοπροστατευτικών προϊόντων στην αγορά και την κατάργηση των οδηγιών 79/117/ΕΟΚ και 91/414/ΕΟΚ του Συμβουλίου, CELEX:32009R1107/EL"

Notes

Διαθέτει μία από τις ακόλουθες λειτουργίες:  προστατεύει φυτά ή φυτικά προϊόντα από παράσιτα / ασθένειες πριν ή μετά τη συγκομιδή. επηρεάζει τις διαδικασίες ζωής των φυτών (όπως οι ουσίες που επηρεάζουν την ανάπτυξή τους, εξαιρουμένων των θρεπτικών συστατικών),  συντηρεί τα φυτικά προϊόντα, καταστρέφει ή αποτρέπει την ανάπτυξη ανεπιθύμητων φυτών ή τμημάτων φυτών

Translations

  • Български: продукт за растителна защита
  • Čeština: přípravek na ochranu rostlin
  • Dansk: plantebeskyttelsesmidddel
  • Deutsch: Pflanzenschutzmittel
  • Ελληνικά: φυτοπροστατευτικό προϊόν
  • English: plant protection product
  • Español: producto fitosanitario
  • Eesti: taimekaitsevahend 
  • Suomi: kasvinsuojeluaine
  • Français: produit phytopharmaceutique
  • Hrvatski: kokičasta pluća radnika
  • Magyar: növényvédő szer
  • Íslenska: plöntuverndarvara
  • Italiano: prodotto fitosanitario
  • Lietuvių: augalų apsaugos produktas
  • Latviešu: augu aizsardzības līdzeklis
  • Malti: pulmun tal-popcorn tal-ħaddiema
  • Nederlands: gewasbeschermingsmiddel
  • Norsk: plantevernmiddel
  • Polski: środek ochrony roślin
  • Português: produto fitofarmacêutico
  • Română: produs fitosanitar
  • Slovenčina: prípravok na ochranu rastlín
  • Slovenščina: fitofarmacevtsko sredstvo
  • Svenska: växtskyddsmedel