Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.

Μεταφόρτωση
InfoΤηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.

EU-OSHA thesaurus

Back to list of terms

62120F

Info -

μέτρο πρόληψης

Definition:

μέτρα για την εξάλειψη των κινδύνων στους χώρους εργασίας στην πηγή, με τεχνικά ή οργανωτικά μέσα ή μέσω της παροχής προστασίας

Context: Info
Context:

Για πρακτικούς λόγους και για λόγους ανάλυσης, ένας κατάλογος ελέγχων παρουσιάζει τα προβλήματα και τους κινδύνους ξεχωριστά, ενώ στους χώρους εργασίας αυτά ενδέχεται να είναι αλληλένδετα. Ως εκ τούτου, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι αλληλεπιδράσεις μεταξύ των διαφόρων προβλημάτων ή παραγόντων κινδύνου. Ταυτόχρονα, ένα μέτρο πρόληψης που εφαρμόζεται για την αντιμετώπιση ενός συγκεκριμένου κινδύνου μπορεί επίσης να συμβάλλει στην πρόληψη της εμφάνισης ενός άλλου.

Term reference

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Υγεία και την Ασφάλεια στην Εργασία, E-FACTS, ΚΑΤΑΛΟΓΟΣ ΕΛΕΓΧΩΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΕΝΤΟΠΙΣΜΟ ΤΩΝ ΠΗΓΩΝ ΚΙΝΔΥΝΟΥ: ΚΙΝΔΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΑΥ ΠΟΥ ΣΥΝΔΕΟΝΤΑΙ ΜΕ ΜΙΚΡΗΣ ΚΛΙΜΑΚΑΣ ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΗΛΙΑΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ, ΜΕΡΟΣ A: ΕΙΣΑΓΩΓΗ, URL: https://osha.europa.eu/el/publications/e-fact-69-hazard-identification-checklist-osh-risks-associated-small-scale-solar-energy [11.3.2020]

Translations

  • Български: превантивна мярка
  • Čeština: preventivní opatření
  • Dansk: forebyggende foranstaltning
  • Deutsch: präventive Maßnahme
  • Ελληνικά: μέτρο πρόληψης
  • English: preventive measure
  • Español: medida de prevención
  • Eesti: ennetusmeede
  • Suomi: ennalta ehkäisevä toimi
  • Français: mesure de prévention
  • Hrvatski: preventivna mjera
  • Magyar: megelőző intézkedés
  • Íslenska: forvarnarráðstöfun
  • Italiano: misura di prevenzione
  • Lietuvių: prevencinė priemonė
  • Latviešu: profilakses pasākums
  • Malti: preventive measure
  • Nederlands: preventieve maatregel
  • Norsk: forebyggende tiltak
  • Polski: środek zapobiegawczy
  • Português: medida de prevenção
  • Română: măsură preventivă
  • Slovenčina: preventívne opatrenie
  • Slovenščina: preventivni ukrep
  • Svenska: förebyggande åtgärd