Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.

Μεταφόρτωση
Info Τηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.

EU-OSHA thesaurus

Back to list of terms

70245I

Info -

υπνική άπνοια

Definition:

διαταραχή του ύπνου που χαρακτηρίζεται από παύσεις στην αναπνοή κατά τη διάρκεια του ύπνου (στις οποίες κάθε επεισόδιο διαρκεί αρκετό διάστημα, ώστε να χάνονται μία ή περισσότερες αναπνοές), οι οποίες εμφανίζονται επανειλημμένα κατά τη διάρκεια του ύπνου και προκαλούν έλλειψη οξυγόνου

Context: Info
Context:

Η παρακολούθηση των κινδύνων για την υγεία αποτελεί διαδικασία βασιζόμενη σε στοιχεία, συμβάλλει δε στον εντοπισμό παραγόντων κινδύνου καθοριστικής σημασίας και ανησυχιών που συνδέονται με τον τρόπο ζωής: για παράδειγμα, υπνική άπνοια, διαβήτης, υπέρταση και προβλήματα που προκαλούνται από το κάπνισμα.

Term reference

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία (EU-OSHA), E-fact 47: Προώθηση της υγείας στον κλάδο των οδικών μεταφορών, σελ.3, URL: https://osha.europa.eu/el/tools-and-publications/publications/e-facts/e… [5.11.2018]

Notes

Ο τυποποιημένος ορισμός οποιουδήποτε απνοϊκού συμβάντος περιλαμβάνει ελάχιστο διάστημα 10 δευτερολέπτων μεταξύ των αναπνοών. Ο ασθενής ξυπνά, κοιμάται πάλι και η αναπνοή σταματά ξανά. Αυτή η διαδικασία μπορεί να επαναληφθεί εκατοντάδες φορές σε μια νύχτα, μειώνοντας δραστικά την ποιότητα του ύπνου και οδηγώντας σε αυξημένη κόπωση κατά τη διάρκεια της ημέρας

Translations

  • Български: сънна апнея
  • Čeština: spánková apnoe
  • Dansk: søvnapnø
  • Deutsch: Schlafapnoe
  • Ελληνικά: υπνική άπνοια
  • English: sleep apnoea
  • Español: apnea del sueño
  • Eesti: uneapnoe
  • Suomi: uniapnea
  • Français: apnée du sommeil
  • Hrvatski: apneja pri spavanju
  • Magyar: alvási apnoé
  • Íslenska: kæfisvefn
  • Italiano: apnea notturna
  • Lietuvių: miego apnėja
  • Latviešu: miega apnoja
  • Malti: waqfien tan-nifs għal xi ħin waqt l-irqad
  • Nederlands: slaapapneu
  • Norsk: søvnapné
  • Polski: bezdech senny
  • Português: apneia do sono
  • Română: apnee de somn
  • Slovenčina: spánkové apnoe
  • Slovenščina: spalna apneja
  • Svenska: sömnapné