Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.
Τηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.EU-OSHA thesaurus
Back to list of terms70194I
-
επαγγελματικός κίνδυνος
μακροπρόθεσμος ή βραχυπρόθεσμος εγγενής κίνδυνος (πηγή ή παράγοντας κινδύνου) στην εργασία ο οποίος ενδέχεται να προκαλέσει βλάβη, συμπεριλαμβανομένων των χημικών, των βιολογικών, των ψυχοκοινωνικών και των φυσικών πηγών κινδύνου

Επαγγελματικός κίνδυνος είναι μια πηγή, ή κατάσταση ή πράξη με πιθανότητα πρόκλησης βλάβης, όπως τραυματισμό ή ασθένεια ή συνδυασμό και των δύο
Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, Υγιείς χώροι εργασίας για όλες τις ηλικίες - Ένας πολύγλωσσος ηλεκτρονικός οδηγός για τη διαχείριση της ασφάλειας και της υγείας κατά την εργασία για την αντιμετώπιση της γήρανσης του εργατικού δυναμικού > Γλωσσάρι, URL: https://eguides.osha.europa.eu/all-ages/CY_el/glossary-search [2.11.2018]
"εγγενής επαγγελματικός κίνδυνος (πηγή ή παράγοντας κινδύνου) σε αντιδιαστολή με τον επαγγελματκό κίνδυνο (επικινδυνότητα): Είναι μια πηγή κινδύνου ή ένας παράγοντας κινδύνου που ενδεχομένως μπορεί να προκαλέσει βλάβη, π.χ. ηλεκτρική ενέργεια, χημικές ουσίες, εργασία σε σκάλα, θόρυβος, πληκτρολόγιο, τραυματισμός στην εργασία, στρες κ.λπ. Ένας κίνδυνος είναι η πιθανότητα, υψηλή ή χαμηλή, ότι οποιοσδήποτε εγγενής κίνδυνος θα προκαλέσει όντως κάποια βλάβη."
Translations
- Български: професионален риск
- Čeština: pracovní riziko
- Dansk: erhvervsrisiko
- Deutsch: Berufsrisiko
- Ελληνικά: επαγγελματικός κίνδυνος
- English: occupational risk
- Español: riesgo laboral
- Eesti: kutserisk
- Suomi: työperäinen riski
- Français: risque professionnel
- Hrvatski: onkogen
- Magyar: foglalkozási kockázat
- Íslenska: áhætta í starfi
- Italiano: rischio professionale
- Lietuvių: profesinė rizika
- Latviešu: arodrisks
- Malti: riskju okkupazzjonali
- Nederlands: beroepsrisico
- Norsk: arbeidsrelatert risiko
- Polski: ryzyko zawodowe
- Português: risco ocupacional
- Română: risc profesional
- Slovenčina: pracovné riziko
- Slovenščina: poklicno tveganje
- Svenska: arbetsrisk