Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.

Μεταφόρτωση
Info Τηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.

EU-OSHA thesaurus

Back to list of terms

70039I

Info -

πληθεργασία

Definition:

εξωτερική ανάθεση εργασιών σε μεγάλη ομάδα εργαζομένων μέσω διαδικτυακών πλατφορμών

Context: Info
Context:

Στο πλαίσιο αυτό́ αναπτύχθηκε το φαινόμενο το οποίο είναι ευρέως γνωστό́ ως «εργασία μέσω διαδικτυακών πλατφορμών», που αναφέρεται σε κάθε είδους εργασία που παρέχεται είτε μέσω των διαδικτυακών πλατφορμών είτε απευθείας από αυτές είτε με τη μεσολάβησή τους και χαρακτηρίζεται από ευρεία ποικιλία εργασιακών ρυθμίσεων/σχέσεων, όπως (διαφόρων μορφών) περιστασιακή εργασία, εξαρτώμενη αυτοαπασχόληση, άτυπη εργασία, εργασία κατ’ αποκοπή, κατ’ οίκον εργασία και πληθεργασία, σε ευρύ φάσμα τομέων.

Term reference

Ευρωπαϊκός Οργανισμός για την Ασφάλεια και την Υγεία στην Εργασία, Προστασία των εργαζομένων στην οικονομία των διαδικτυακών πλατφορμών: επισκόπηση ρυθμιστικών και πολιτικών εξελίξεων στην ΕΕ, URL: https://osha.europa.eu/el/tools-and-publications/publications/regulating-occupational-safety-and-health-impact-online-platform/view [2.11.2018]

Translations

  • Български: краудуъркинг
  • Čeština: crowdworking
  • Dansk: crowdwork
  • Deutsch: Crowd Work
  • Ελληνικά: πληθεργασία
  • English: crowdwork
  • Español: trabajo colaborativo
  • Eesti: ühistöö
  • Suomi: joukkoistettu työ
  • Français: travail participatif
  • Hrvatski: masovni rad putem interneta
  • Magyar: közösségi kiszervezés
  • Íslenska: hópvinna
  • Italiano: crowdwork
  • Lietuvių: visuomenės patalka
  • Latviešu: kolektīvais darbs
  • Malti: xogħol imqassam lil massa ta' nies
  • Nederlands: platformwerk
  • Norsk: nettdugnad
  • Polski: "crowdworking"
  • Português: crowdwork
  • Română: desfășurarea de activități lucrative participative
  • Slovenčina: hromadná práca
  • Slovenščina: množičarsko delo
  • Svenska: crowdwork