Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.

Μεταφόρτωση
Info Τηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.

EU-OSHA thesaurus

Back to list of terms

62170E

Info -

ευαισθησία στο βηρύλλιο

Definition:

η έκθεση των εργαζομένων σε σκόνες ή ατμούς από βηρύλλιο που μπορεί να αναπτύξει ανοσοαπόκριση, γνωστή ως ευαισθητοποίηση, η οποία μπορεί να ανιχνευθεί στο αίμα με δοκιμή πολλαπλασιασμού λεμφοκυττάρων βηρυλλίου

Context: Info
Context:

Πέρα από τις καρκινογόνες ιδιότητές του, το βηρύλλιο είναι γνωστό ότι προκαλεί βηρυλλίωση και ευαισθητοποίηση στο βηρύλλιο.

Term reference

"Πρόταση ΟΔΗΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ για την τροποποίηση της οδηγίας 2004/37/ΕΚ σχετικά με την προστασία των εργαζομένων από τους κινδύνους που συνδέονται με την έκθεση σε καρκινογόνους ή μεταλλαξιογόνους παράγοντες κατά την εργασία, CELEX:52018PC0171/EL"

Translations

  • Български: сенсибилизация към берилий
  • Čeština: senzibilizace na beryllium
  • Dansk: berylliumsensibilisering
  • Deutsch: Berylliumsensibilisierung
  • Ελληνικά: ευαισθησία στο βηρύλλιο
  • English: beryllium sensitization
  • Español: sensibilización al berilio
  • Eesti: ülitundlikkus berülliumi suhtes
  • Suomi: berylliumille herkistyminen
  • Français: sensibilisation au béryllium
  • Hrvatski: preosjetljivost na berilij
  • Magyar: berilliumérzékenység
  • Íslenska: beryllínnæmni
  • Italiano: sensibilizzazione al berillio
  • Lietuvių: įsijautrinimas beriliui
  • Latviešu: berilija izraisīta sensibilizācija
  • Malti: sensitizzazzjoni għall-berillju
  • Nederlands: berylliumsensitisatie
  • Norsk: sensibilisering for beryllium
  • Polski: uczulenie na beryl
  • Português: sensibilização ao berílio
  • Română: sensibilizare la beriliu
  • Slovenčina: senzibilizácia na berýlium
  • Slovenščina: preobčutljivost na berilij
  • Svenska: sensibilisering mot beryllium