Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.

Μεταφόρτωση
Info Τηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.

EU-OSHA thesaurus

Back to list of terms

62166F

Info -

πνεύμονας ποπκόρν

Definition:

φλεγμονώδης νόσος που επηρεάζει τους μικρούς αεραγωγούς του πνεύμονα

Context: Info
Context:

Πρόσφατες αναφορές συνδέουν την έκθεση στο διακετύλιο με την πρόκληση αποφρακτικής βρογχιολίτιδας, γνωστή και ως «πνεύμονας ποπ κορν» ("pop-corn lung"), επειδή η πρώτη περιγραφόμενη συρροή περιστατικών σημειώθηκε μεταξύ εργαζομένων στην ανάμειξη και συσκευασία του ποπκορν, όμως περιστατικά πνευμονικής βλάβης διαπιστώθηκαν και σε άλλες κατηγορίες εργαζομένων, όπως για παράδειγμα στη ζαχαροπλαστική.

Term reference

"Πέρα από τις πνευμονοκονιώσεις: Νεοεμφανιζόμενες διάμεσες επαγγελματικές πνευμονοπάθειες, Εργαστήριο Υγιεινής και Προστασίας του Περιβάλλοντος, Τμήμα Ιατρικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης 2Πνευμονολογική Κλινική, Τμήμα Ιατρικής, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης URL: http://www.pneumon.org/assets/files/789/file356_446.pdf [09.10.2018]"

Translations

  • Български: пуканков бял дроб
  • Čeština: popcornová plíce
  • Dansk: popcorn-lunge
  • Deutsch: Popcorn Workers Lung
  • Ελληνικά: πνεύμονας ποπκόρν
  • English: popcorn workers' lung
  • Español: bronquiolitis obliterante
  • Eesti: popkorni kopsud
  • Suomi: popcornkeuhko
  • Français: poumon des travailleurs du pop-corn
  • Hrvatski: radnica koja je nedavno rodila
  • Magyar: popcorn-tüdő
  • Íslenska: berkjulungnabólga
  • Italiano: polmone dei lavoratori di popcorn
  • Lietuvių: obliteruojantis bronchiolitas
  • Latviešu: popkorna rūpnīcas strādnieku plaušu slimība
  • Malti: ħaddiema post partum
  • Nederlands: popcornlong
  • Norsk: popkornlunge hos arbeidere
  • Polski: zarostowe zapalenie oskrzelików
  • Português: bronquiolite obliterante
  • Română: bronșiolită obliterantă
  • Slovenčina: popkornové pľúca
  • Slovenščina: pljuča pokovke pri delavcih
  • Svenska: popcornlunga