Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.
Μεταφόρτωση
Τηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.
Τηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.EU-OSHA thesaurus
Back to list of terms62154E
-
δίτροχο όχημα με κινητήρα
Definition:
όχημα που κινείται σε δύο τροχούς
Context: 

Context:
Εκτιμώντας: ότι οι τεχνικές προδιαγραφές, των εθνικών νομοθεσιών, τις οποίες πρέπει να πληρούν τα δίτροχα οχήματα με κινητήρα αφορούν μεταξύ άλλων τα κάτοπτρα οδηγήσεως.
Term reference
Οδηγία 80/780/ΕΟΚ τού Συμβουλίου τής 22ας Ιουλίου 1980 περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στα κάτοπτρα οδηγήσεως τών διτρόχων οχημάτών με κινητήρα, με ή χωρίς «side car», και στην τοποθέτησή τούς επί τών οχημάτών αυτών, CELEX:31980L0780/ΕL
Translations
- Български: двуколесно моторно превозно средство
- Čeština: dvoukolové motorové vozidlo
- Dansk: tohjulet motorkøretøj
- Deutsch: zweirädriges Kraftfahrzeug
- Ελληνικά: δίτροχο όχημα με κινητήρα
- English: two-wheeled motor vehicle
- Español: vehículo de motor de dos ruedas
- Eesti: kaherattaline mootorsõiduk
- Suomi: kaksipyöräinen moottoriajoneuvo
- Français: deux-roues motorisé
- Hrvatski: vozilo s dva kotača
- Magyar: motorkerékpár
- Íslenska: vél á tveimur hjólum
- Italiano: veicolo a motore a due ruote
- Lietuvių: dviratė motorinė transporto priemonė
- Latviešu: divriteņu mehāniskais transportlīdzeklis
- Malti: mutur b'żewġ roti
- Nederlands: tweewielig voertuig
- Norsk: tohjuls motoriserte kjøretøy
- Polski: dwukołowy pojazd silnikowy
- Português: veículo a motor de duas rodas
- Română: autovehicul cu două roți
- Slovenčina: dvojkolesové motorové vozidlo
- Slovenščina: motorno dvokolesno vozilo
- Svenska: tvåhjuligt motorfordon