Ο πολύγλωσσος θησαυρός του EU-OSHA για την επαγγελματική ασφάλεια και υγεία απαριθμεί λέξεις ομαδοποιημένες ιεραρχικά. Περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα των εν λόγω λέξεων και ορισμένους ορισμούς.

Μεταφόρτωση
InfoΤηλεφορτώστε την πλήρη έκδοση με τους όρους του θησαυρού του EU-OSHA σε μορφή Excel. Επιλέξτε τη γλώσσα από το τετράγωνο.

EU-OSHA thesaurus

Back to list of terms

62176F

Info -

γαλουχούσα εργαζομένη 

Definition:

εργαζόμενη γυναίκα που διανύει το στάδιο της γαλουχίας κατά την έννοια της εθνικής νομοθεσίας ή/και πρακτικής και έχει πληροφορήσει τον εργοδότη της για την κατάστασή της,σύμφωνα με την ανωτέρω νομοθεσία ή/και πρακτική.  

Context: Info
Context:

[…] οι έγκυοι, λεχώνες ή γαλουχούσες εργαζόμενες πρέπει να θεωρούνται, από πολλές απόψεις, ως ομάδα ειδικών κινδύνων και ότι πρέπει να ληφθούν μέτρα όσον αφορά την υγεία και την ασφάλειά τους.

Term reference

Οδηγία 92/85/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 19ης Οκτωβρίου 1992 σχετικά με την εφαρμογή μέτρων που αποβλέπουν στη βελτίωση της υγείας και της ασφάλειας κατά την εργασία των εγκύων, λεχώνων και γαλουχουσών εργαζομένων (δέκατη ειδική οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 16, παράγραφος 1, της οδηγίας 89/391/ΕΟΚ) CELEX:31992L0085/EL

Translations

  • Български: работничка кърмачка
  • Čeština: kojící zaměstnankyně
  • Dansk: ammende arbejdstager
  • Deutsch: stillende Arbeitnehmerin
  • Ελληνικά: γαλουχούσα εργαζομένη 
  • English: breastfeeding worker
  • Español: trabajadora en período de lactancia
  • Eesti: rinnaga toitev töötaja
  • Suomi: imettävä työntekijä
  • Français: travailleuse allaitante
  • Hrvatski: radnica koja doji
  • Magyar: szoptató munkavállaló
  • Íslenska: starfskona sem hefur barn á brjósti
  • Italiano: lavoratrice in periodo di allattamento
  • Lietuvių: maitinanti krūtimi darbuotoja
  • Latviešu: darbiniece, kura baro bērnu ar krūti
  • Malti: ħaddiema li qed tredda
  • Nederlands: werkneemster die borstvoeding geeft
  • Norsk: ammende arbeidstakere
  • Polski: pracownica karmiąca dziecko piersią
  • Português: trabalhadora lactante
  • Română: salariată care alăptează
  • Slovenčina: dojčiaca pracovníčka
  • Slovenščina: doječa delavka
  • Svenska: arbetstagare som ammar